Η πολιτική των επιδομάτων δε θα μας πάει μακριά

Η καλύτερη κοινωνική πολιτική είναι η «Αύξηση του εισοδήματος» των πολιτών!

«Δώσε σε έναν άνθρωπο ένα ψάρι και θα χορτάσει για μια μέρα. Μάθε τον να ψαρεύει και θα είναι χορτάτος πάντα!»

Είναι οι πολιτικές των επιδομάτων που οδηγούν τους πολίτες σε ομηρεία. Είναι αυτές ακριβώς οι πολιτικές που χρησιμοποιήθηκαν από τις κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ ώστε να κρατούν τον Ελληνικό λαό σε ομηρεία.

Ειδικά στην υποβαθμισμένη Δυτική Αθήνα αυτό το γεγονός είναι αδιαμφησβήτητο. Η πολιτική μας για τη Δυτική Αθήνα είναι επιθετικά αναπτυξιακή. Μόνο μέσα από πολιτικές προσέλκυσης επενδύσεων, διεύρυνσης της εισοδηματικής ανάπτυξης και παράλληλης μείωσης της ανεργίας με δημιουργία νέων θέσεων εργασίας μπορεί να αναχαιτιστεί η λαίλαπα της πολιτικής επιδομάτων κοροϊδίας προς τους πολίτες της Δυτικής Αθήνας.

Πού βρισκόμαστε σήμερα

Η Ελλάδα είναι 1η στην ανεργία.

Μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ (18,9%) και πρώτη σε ποσοστό μακροχρόνια ανέργων (17%). Η Δυτική Αθήνα έχει ακόμη ψηλότερα ποσοστά από αυτά!

Σήμερα εργάζεται μόλις το 35% του γενικού πληθυσμού και το 55% του ενεργού πληθυσμού.43,6% η ανεργία των νέων για το 2017.

Πάνω από τις μισές νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι δουλειές λίγων ωρών.

1 στους 4 απασχολούμενους αμείβεται με τον κατώτατο μισθό.

500.000 Έλληνες εγκατέλειψαν την χώρα μας (brain drain). Μεγάλο μέρος αυτών πτυχιούχοι από τη Δυτική Αθήνα.

Καθοριστική για τη μείωση της απασχόλησης, τις χαμηλές αμοιβές και τη νέα μετανάστευση είναι η κατάρρευση των επενδύσεων στο 47% σε σχέση με όσες έγιναν το 2009.

Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε την εισοδηματική καθίζηση της μεσαίας τάξης, τη φορολογική αφαίμαξη, τους μισθούς πείνας για τους νεότερους. Ο ιμάντας της κοινωνικής ανόδου πρέπει να ξαναμπεί σε λειτουργία δίνοντας ευκαιρίες στα παιδιά των σκληρά εργαζόμενων Ελλήνων να ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους.

Οι λύσεις για μια βαθιά ανθρωπιστική κοινωνική πολιτική

Θα υλοποιήσουμε άμεσα μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 29% στο 20% σε δύο φάσεις, προκειμένου να βρεθούν οι απαραίτητοι πόροι για νέες επενδύσεις.

Μείωση της φορολόγησης στα μερίσματα από το 15% στο 5%, που ευνοεί κυρίως τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.

Αύξηση του ορίου υπαγωγής στο ΦΠΑ στις 25,000 € από τις 10,000 €, ώστε να περιοριστεί η γραφειοκρατία και να διευκολυνθεί η ίδρυση και λειτουργία μικρών επιχειρήσεων και η δραστηριότητα των ελεύθερων επαγγελματιών.

Φορολογικά κίνητρα για όσες επιχειρήσεις προχωρούν σε επενδύσεις, όπως οι υπεραποσβέσεις, ο διπλασιασμός της περιόδου συμψηφισμού ζημιών με κέρδη, η αποσαφήνιση της φορολογικής κατοικίας και η ενίσχυση του προγράμματος golden visa/non-dom, για την προσέλκυση κεφαλαίων και αλλοδαπών επενδυτών. Ευνοϊκή φορολόγηση των αγροτικών συλλογικών σχημάτων με συντελεστή 10%, για την ουσιαστική στήριξη των ομάδων παραγωγών, την τόνωση της ανταγωνιστικότητας, των συνεργειών και της εξωστρέφειας του πρωτογενή τομέα. Νέες δουλειές, υψηλότερες αποδοχές και καλύτερες συνθήκες εργασίας δημιουργούν μόνο οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα. Αυτές θέλουμε να ενθαρρύνουμε βάζοντας τέλος στην πολιτική της υπερφορολόγησης και προσφέροντας στοχευμένα κίνητρα για νέες επενδύσεις.

Όποιος θέλει να επενδύσει στην Ελλάδα θα έχει απέναντί του ένα κράτος φιλικό. Εισαγωγή στην αδειοδοτική διαδικασία αποκλειστικών προθεσμιών, και όταν αυτές δεν τηρούνται τότε η αρμοδιότητα θα μεταβιβάζεται σε μία υπερκείμενη Αρχή, σε επίπεδο Υφυπουργού. Οι επιχειρήσεις δεν θα εμπλέκονται σε έναν αδειοδοτικό κυκεώνα ο οποίος τελικά καταλήγει στο να αποθαρρύνει τις νέες πρωτοβουλίες. Εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, που περνάει μέσα από την πραγματική απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Ώστε να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα τόσο της βιομηχανίας και της μεταποίησης, όσο και του πρωτογενούς τομέα. Ενίσχυση της ρευστότητας με άμεση εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και πλήρη αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, που σήμερα τροφοδοτεί τα υπερπλεονάσματα αντί να στηρίζει την πραγματική οικονομία και τις βασικές υπηρεσίες του κράτους (π.χ. αγορά νέων οχημάτων της Ελληνικής Αστυνομίας). Μείωση στο 24% από 40% που είναι σήμερα, της πραγματικής φορολογικής επιβάρυνσης για τις επιχειρήσεις.

Μια οικονομία που αναπτύσσεται είναι μια οικονομία που εξασφαλίζει περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα για όλους. Με δικαιότερη φορολογία που θα απελευθερώνει την παραγωγικότητα και τη δημιουργικότητα, ώστε κάθε Έλληνας να εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή ποιότητα ζωής για τον ίδιο και την οικογένεια του.

Μείωση του ΦΠΑ, με καθιέρωση τελικά δύο συντελεστών 11% και 22%, από 13% και 24% σήμερα.

Σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
Ουσιαστική αύξηση του κατώτατου μισθού μετά από διάλογο των εταίρων και εξέταση των δυνατοτήτων των επιχειρήσεων.

Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κύριας σύνταξης στο 15%, από 20% σήμερα, σταδιακά εντός της τετραετίας.

Αξιοπρεπείς συντάξεις με βιώσιμο ασφαλιστικό / συνταξιοδοτικό σύστημα τριών πυλώνων, όπως στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, που θα συνδυάζει τον πρώτο αναδιανεμητικό πυλώνα (εθνική σύνταξη και αναλογική σύνταξη με βάση τις εισφορές στον «κοινό κουμπαρά») με έναν δεύτερο κεφαλαιοποιητικό πυλώνα (εισφορές των νέων εργαζόμενων σε έναν «ατομικό κουμπαρά» που θα έχει αποθεματικό που θα φέρνει αποδόσεις) και έναν τρίτο εθελοντικό.

Οι λύσεις υπάρχουν και η ΝΔ μπορεί να τις υλοποιήσει. Χρειαζόμαστε τη ψήφο των πολιτών της Δυτικής Αθήνας ακριβώς για αυτό. Για να αυξήσουμε το εισόδημα τους. Για να βελτιώσουμε τη ζωή όλων μας.